Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
23 / 3 / 2019

Έχω αρχίσει να βλέπω την 3η σεζόν του Into The Badlands. Τις προηγούμενες δύο σεζόν τις είχα δει τον προηγούμενο χρόνο. Αν και στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος αν αυτή η σειρά θα μου άρεσε, κατέληξε να μου αρέσει αρκετά. Από τις σειρές φαντασίας που κυκλοφορούν τελευταία – όσες έχω δοκιμάσει να παρακολουθήσω, τουλάχιστον – μου φαίνεται ότι πρέπει να είναι από τις καλύτερες. Αρκετές σειρές έχω αρχίσει να τις βλέπω και τις έχω παρατήσει για διάφορους λόγους – δεν με τραβάνε. Το Into The Badlands κατάφερε να με κρατήσει. Μου άρεσε η απρόβλεπτη πλοκή του, μου άρεσαν οι πολυσύνθετοι χαρακτήρες του που συνεχώς αλλάζουν παρατάξεις και συντρόφους.

Οι μάχες, βέβαια, είναι καθαρά εξωφρενικές και του εντυπωσιασμού. Όλοι οι βασικοί χαρακτήρες στο Into The Badlands – οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μαχητές – μάχονται σαν ακροβάτες. Κι ακόμα και ακροβάτες μάλλον θα είχαν πρόβλημα να κάνουν αυτά τα νούμερα μες στη μάχη. Θα ήταν πολύ ανόητα ριψοκίνδυνα, κατά πρώτον. Οι χαρακτήρες μάχονται σαν να έχουν βγει από computer game, ή σαν να είναι χαρακτήρες από παιχνίδι Dungeons & Dragons με μεγάλο level και 100+ hit points ο καθένας, ικανοί να τρώνε 15 βέλη στη μάπα αλλά ή κανένα να μην τους πετυχαίνει (!) ή απλά να συνεχίζουν με τα βέλη καρφωμένα επάνω τους!

Αλλά ή το δέχεσαι αυτό και παρακολουθείς τη σειρά – η οποία κατά τα άλλα είναι καλή – ή δεν το δέχεσαι και την παρατάς. Αποφάσισα να το δεχτώ, και δεν το μετάνιωσα... αν και, σε κάποια σημεία, όταν τα πράγματα παραξηλώνονταν, εντάξει, γελούσα, το ομολογώ.

Στην 3η σεζόν οι μάχες είναι, φυσικά, στα ίδια επίπεδα, αλλά η πρώτη σκηνή είναι πραγματικά "του εντυπωσιασμού", με την κακή έννοια. Μια μονομαχία που κραυγάζει "δεν μπορώ να συμβώ με καμία δύναμη" και διάλογος γεμάτος κλισέ, γεμάτος. Μετά από την πρώτη σκηνή, τα πράγματα αρχίζουν να φτιάχνουν, κι ελπίζω να εξελιχτούν ακόμα καλύτερα.

Οι ενδυμασίες των χαρακτήρων, ειδικά οι καινούργιες, αυτές που παρουσιάζονται στην 3η σεζόν, μοιάζουν να προσπαθούν να κάνουν τους χαρακτήρες καραγκιόζηδες για κάποιο λόγο. Οι παλιότερες ενδυμασίες, αν και δεν θα μπορούσες να τις ονομάσεις ακριβώς μη-εντυπωσιακές, ήταν πιο λογικές.

Αλλά εκείνο που, βασικά, θέλω να σχολιάσω εδώ είναι το πόσο πολύ οι σημερινές ταινίες και σειρές βασίζονται στον φτηνό εντυπωσιασμό που γίνεται με cgi και κασκαντέρ ή ειδικά εκπαιδευμένους ηθοποιούς. Ή στον φτηνό εντυπωσιασμό γενικά.

Πάλι στην 3η σεζόν του Into The Badlands, προκειμένου μια μάντισσα να κάνει μαντεία, της περνάνε δύο τσιγκέλια επιδερμικά στην πλάτη και τη σηκώνουν με αλυσίδες πάνω από το έδαφος: οπότε και υποτίθεται ότι έτσι έρχεται σε εκστατική κατάσταση και βλέπει οράματα. Αλλά κανείς δεν σκέφτηκε ότι μια γυναίκα όπως αυτή – που, όπως τη βλέπεις, δεν μπορεί να ζυγίζει λιγότερο από 60 κιλά – αποκλείεται να μπορούσε να σηκωθεί έτσι από το έδαφος. Η επιδερμίδα της πλάτης δεν θα είχε αντέξει το βάρος· θα είχε σκιστεί και η τύπισσα θα είχε πέσει – αν καν είχε καταφέρει να υψωθεί εξαρχής. Αλλά αυτό, βέβαια, αγνοείται... για λόγους εντυπωσιασμού. (Ο μόνος τρόπος που μπορώ προσωπικά να σκεφτώ για να σηκώσεις έναν άνθρωπο στον αέρα με τσιγκέλια χωρίς να τον σκοτώσεις – δηλαδή, με τα τσιγκέλια να είναι περασμένα επιδερμικά – είναι να του περάσεις τουλάχιστον έξι τσιγκέλια στην πλάτη ώστε να μοιράζεται το βάρος του. Και πάλι δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι μπορεί να γίνει.)

Όπως έλεγα, οι σημερινές ταινίες και σειρές βασίζονται πολύ στον εντυπωσιασμό. Και απορώ γιατί. Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως αυτό να χρειάζεται επειδή, ουσιαστικά, δεν έχουν καμία πλοκή ούτε και χαρακτήρες της προκοπής – όπως συμβαίνει σε πάρα πολλές ταινίες με σουπερήρωες. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, όπως στο Into The Badlands, δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για τέτοιο φτηνό εντυπωσιασμό. Η σειρά έχει και πλοκή, έχει και πολυσύνθετους χαρακτήρες. Γιατί χρειάζονται όλα αυτά τα εντυπωσιακά καραγκιοζιλίκια, αναρωτιέσαι ώρες-ώρες.

Σε τελική ανάλυση, κανένας καλά εκπαιδευμένος μαχητής δεν πολεμά έτσι. Δεν τον ενδιαφέρει το σόου· τον ενδιαφέρει να σε σκοτώσει, γρήγορα, και να ξεμπερδεύει. Ούτε ανεβαίνει στις άκριες μπαλκονιών και παρόμοια επικίνδυνα μέρη χωρίς πολύ καλό λόγο.

Αυτοί που φτιάχνουν τέτοιες σειρές ποιοι νομίζουν ότι τις παρακολουθούν; Άτομα που δεν τα ενδιαφέρει η πλοκή αλλά τα ενδιαφέρει μόνο να βλέπουν κάτι σαν βιντεοκλίπ ή computer game;

Και, εντάξει, μπορώ να δεχτώ ότι κάποια θεάματα είναι ακριβώς γι’αυτό το λόγο φτιαγμένα. Ανεγκέφαλη ψυχαγωγία τύπου "Yeah, man, in the face! Yeah!" Αλλά δεν χρειάζεται όλα τα θεάματα να ακολουθούν αυτό το μοτίβο... εκτός αν νομίζουμε ότι οι πάντες ενδιαφέρονται πρωτίστως να εντυπωσιαστούν με κραυγαλέα αναληθοφανή κόλπα.

Ουδέν σχόλιο...

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]